apenanti baner christmas            komsunu baner plai         miniboutique banersos       


Η ελευθερία ως σχέση: Το τέλος ως αρχή

Από τον Ηλία Αραβίδη

Στον περίφημο μονόλογό του ο Άμλετ, ο πρίγκιπας της Δανιμαρκίας, αναρωτιέται: «Να ζει κανείς ή να μη ζει;

Ιδού το ερώτημα.» Είναι αλήθεια πως από τα ερωτήματα που τίθενται από έναν άνθρωπο, αυτό το συγκεκριμένο έχει ή μάλλον οφείλει να έχει περίοπτη θέση στην χάραξη της προσωπικής του πορείας στη ζωή. Η σχολή της Υπαρξιακής ψυχοθεραπείας, αλλά και εν γένει όλες οι σχολές ψυχοθεραπείας, καταπιάνονται με το ύψιστο αυτό ερώτημα. Κι αυτό διότι ο θάνατος και το απρόβλεπτο και εύθραυστο της ύπαρξης είναι που καθορίζουν το Νόημα της ζωής. Αυτό το συγκεκριμένο, απτό και ίσως υπερβολικά καίριο ερώτημα καθορίζει μέσω της απάντησής του, την καθολική στάση ενός προσώπου απέναντι στον εαυτό του και τους σημαντικούς ή μη Άλλους της σύντομης παρουσίας του σε αυτόν τον κόσμο.

Ο κόσμος και αυτά που τον αποτελούν δεν έχουν κανένα νόημα καθεαυτά. Ο άνθρωπος γεννιέται μόνος και πεθαίνει μόνος. Ο κόσμος είναι ένα ατέρμονο, συνεχές «γίγνεσθαι» όπου η μόνη σταθερή και αναλλοίωτη αλήθεια είναι η Αλλαγή. Όλες οι ιδεολογίες που γεννήθηκαν και θα γεννηθούν, όλα τα οργανωμένα συστήματα σκέψης, οι επιστημονικές θεωρίες, οι δοξασίες των θρησκειών είναι καταδικασμένες να αφανιστούν και να δώσουν τη θέση τους σε άλλες θεωρίες, δοξασίες και συστήματα σκέψης. Ο άνθρωπος είναι «ερριμένος» σε αυτόν τον κόσμο. Γεννιέται χωρίς τη θέλησή του και πεθαίνει-τι ειρωνία- χωρίς τη θέλησή του.

Κι όμως ο άνθρωπος «ορέγεται» το Νόημα. Είναι βαθιά, υπαρξιακή του επιθυμία να προσδώσει μορφή στην άτακτη, χαώδη πραγματικότητα που τον περιβάλλει. Μορφή που θα κατατείνει όσο είναι δυνατόν στην ευ-μορφία, στην ομορφιά, στο Κάλλος.

Στην περιπέτεια αυτή είναι εντελώς μόνος. Μόνος και ελεύθερος. Η ελευθερία του αυτή, σχετική πάντοτε, του επιτρέπει αυτόν μόνο να δημιουργεί τον εαυτό του από την αρχή, κάθε ώρα και κάθε στιγμή, να γίνεται αέναα μέχρι και την έσχατη στιγμή ένας άλλος, καινούργιος άνθρωπος.

Το εύλογο ερώτημα που γεννιέται, λοιπόν, είναι: Μπορεί το ανθρώπινο υποκείμενο, ασκώντας την σχετική πάντοτε, ελευθερία του να υπερνικήσει, να τιθασεύσει τον φόβο του απέναντι στο τέλεια Άγνωστο, στο απόλυτα Άσχετο δεδομένο της ύπαρξής του και να νοηματοδοτήσει την ζωή του;

Η απάντηση, κατά τη γνώμη μου, υποκειμενική πάντα και συχρόνως παράταιρη ως προς το υπάρχον νεωτερικό κοσμοείδωλο ερείδεται στη ρήση του Νίκου Καζαντζάκη, ο οποίος βεβαιώνει: « Τίποτα γενναίο δεν μπορεί να καταφέρει ο άνθρωπος, αν δεν υποτάξει τη ζωή του σε έναν Αφέντη ανώτερό του». Εδώ μπορούμε να συνάγουμε δύο δυνητικώς ορθά συμπεράσματα. Το πρώτο είναι οτι η ελευθερία-σχετική πάντοτε- με την οποία είναι προικισμένος ο άνθρωπος, στην έσχατη και καθολική μορφή της, ενώ αποτελεί προνόμιο, συγχρόνως και ποικιλοτρόπως, δημιουργεί ένα απέραντο αίσθημα άγχους, «Αγωνίας» κατά Kierkegaard, που τον αφήνει ενεό μπροστά στα υπαρξιακά του διλλήματα. Ο μόνος τρόπος που διατίθεται είναι η «υποταγή», μεταφορικώς πάντα, σε έναν Έτερο. Αυτό που έχει πραγματική σημασία, τελικά, είναι η Σχέση.

Κι εδώ προσεγγίζουμε το δεύτερο συμπέρασμα του Καζαντζάκη. Με δεδομένο οτι η ανθρώπινη ύπαρξη ορέγεται το Νόημα και τη Σχέση, υπάρχει μόνο «σε σχέση», προσπαθεί με κάθε τρόπο και δυνατότητα που της δίνεται να δημιουργήσει δεσμούς με τα αντι-κείμενα που την περιβάλλουν. Το καταφέρνει αυτό υπάγοντας τον εαυτό της σε πλέγματα σχέσεων. Μια ιδέα, μια ομάδα, η οικογένεια και οι φίλοι, η θρησκεία αποτελούν ορισμένα μόνο παραδείγματα. Καθώς όμως, όπως προαναφέρθηκε, ακόμα κι αυτά υπόκεινται σε μια ατέρμονη εξέλιξη, αλλαγή και θάνατο δεν μπορούν να σηματοδοτήσουν μια διαχρονική και αθάνατη λύση στο υπαρξιακό πρόβλημα της Αλλαγής και του Θανάτου για τον άνθρωπο.

Αυτό που, κατά τη γνώμη μου, θα μπορούσε να σταθεί εφαλτήριο για την υπερνίκηση του άγχους θανάτου και της υπαρξιακής αγωνίας είναι η δημιουργία σχέσης με μια Άφθορη, Άχρονη και Υπερούσια Ύπαρξη. Η ύπαρξη αυτή, βεβαίως, δεν υπόκειται σε καμία επιστημονική επαλήθευση και τεκμηρίωση. Υπάγεται «στον χώρο του πονόδοντου», όπως αναφέρει ο Λούτβιχ Βίττγκενστάιν. Άλλως ειπείν, πρόκειται για μια α-νόητη έννοια, μια έννοια που δεν νοείται, αλλά, απεναντίας, μόνο βιώνεται η σχέση του έλλογου υποκειμένου μαζί της. Η αυτοπαράδοση και η υπακοή σε αυτήν την Ύπαρξη δεν έχει καμία δυνατότητα να μεταβάλλει, έστω κατ’ελάχιστο την Ύπαρξη αυτή. Μπορεί, όμως, μέσω της σχέσης που αναπτύσσεται να μεταβάλλει το υποκείμενο που βιώνει τη σχέση και κατά αυτόν τον παρά-λογο τρόπο να αναδημιουργήσει μια καινούργια σχέση με τον θάνατο.

Εννοείται πως με τα παραπάνω, τίθενται ορισμένα ερωτήματα: Κατά πόσο αληθινή είναι η εν λόγω σχέση, τι Είδους σχέση είναι αυτή που αναπτύσσεται και φυσικά, πώς και πόσο στην πραγματικότητα μπορεί να επικουρήσει στην αναγέννηση του έλλογου υποκειμένου, στη δημιουργία μιας νέας σχέσης με τους Άλλους και τη Φύση.

Για τον παραπάνω λόγο, θα επανέλθω σε μια εμβρυθέστερη ανάλυση σε ακόλουθα δοκίμια.

facebook

Main Office

  • Main Office

    Πραξιτέλους 4Α

  • Email

    Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

  • Phone

    25515  52849